Skip to the content

Θέματα και ενδεικτικές απαντήσεις Ποινικού Δικαίου των Προαγωγικών Εξετάσεων Αρχιφυλάκων 2026

Σας παραθέτουμε τα θέματα Ποινικού Δικαίου των Προαγωγικών Εξετάσεων Αρχιφυλάκων 2026 και ενδεικτικές απαντήσεις του Αρχιφύλακα Πίκουλα Χρήστου, Νομικός, LL.B., LL.Μ (c) Ποινικού Δικαίου και εκλεγμένος Αντιπρόσωπος της Ένωσής μας στην Π.Ο.ΑΣ.Υ.

 

ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΠΡΟΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΩΝ 2026

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:

ΠΙΚΟΥΛΑΣ Ι. Χρήστος Αρχιφύλακας Π.Σ.

Νομικός, LL.B., LL.Μ (c) Ποινικού Δικαίου

Εκλεγμένος Αντιπρόσωπος με την Ε.Α.Υ.Δ.Α. στην Π.Ο.ΑΣ.Υ.

Τ: 6943501330 | Email: christosipikoulas@gmail.com

 

ΠΟΙΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ:

ΘΕΩΡΙΑ

  1. ΑΜΥΝΑ 22 ΠΚ
  2. ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΑΘΗΚΟΝΤΟΣ 259 ΠΚ

ΠΡΑΚΤΙΚΟ

Ο επιχειρηματίας Η, ο οποίος έχει πληγεί έντονα από την οικονομική κρίση, εισέρχεται στο κατάστημα του Κινέζου επιχειρηματία Κ, την ώρα που αυτό είναι ανοιχτό για το κοινό και μπροστά στα έκπληκτα μάτια του τελευταίου, το αδειάζει από ολόκληρο το εμπόρευμα, που αποτελείται από είδη ρουχισμού (συνολικής αξίας 125.000 ευρώ), με σκοπό να τα πουλήσει ο ίδιος, θεωρώντας ότι «έχει πια παραγίνει με τα κινέζικα στη χώρα μας, οι Κινέζοι καλά θα κάνουν να φύγουν και να πάνε εκεί από όπου ήρθαν, για να φάει λίγο ψωμί και ο Έλληνας». Ποια η ποινική ευθύνη του Η;

Ο Ζ τελεί γενετήσια πράξη κατά της Εβραίας Τ, καταχρώμενος τη διανοητική αναπηρία της, επειδή πιστεύει ότι οι ανάπηρες Εβραίες γυναίκες δεν έχουν δικαίωμα να διαθέτουν άποψη ως προς την επιλογή ερωτικού συντρόφου. Ποια η ποινική ευθύνη του Ζ;

 

 ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΣΥΝΤΟΜΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ:

Ως προς την ποινική διαγωγή του Η, λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Με την εγκληματική του συμπεριφορά – διαγωγή έχει πραγματώσει την ειδική υπόσταση (ειδική και ορισμένη περιγραφή του εγκλήματος στο ποινικό νόμο) του εγκλήματος της «Διακεκριμένης Κλοπής» κατ’ αρ. 372, 374 παρ. 1 γ’ Π.Κ. διότι συντρέχουν σωρευτικώς όλα τα στοιχεία τόσο της αντικειμενικής (αντικειμενικά στοιχεία του εξωτερικού κόσμου αντιληπτά με τις αισθήσεις) όσο και της υποκειμενικής υπόστασης (υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, δεδομένα ψυχικού κόσμου του δράστη) του εγκλήματος.

Αναλυτικότερα, η συμπεριφορά του Η, θεωρείται πράξη ποινικώς ενδιαφέρουσα κατ’ αρ. 14 Π.Κ., καθ’ ότι αποτελεί εκδήλωση συνειδήσεως δυνάμενη να ελεγχθεί από την ανθρώπινη βούληση, είναι ανθρώπινη, εκούσια / συνειδητή και κοινωνικώς ενδιαφέρουσα. Από τα πραγματικά περιστατικά του δοθέντος πρακτικού προκύπτει ότι είναι κατ’ αρχήν άδικη διότι πληροί την αντικειμενική υπόσταση του αρ. 374 Π.Κ., είναι τελικά άδικη διότι δεν υπάρχει λόγος άρσης του αδίκου και καταλογιστή καθ’ ότι δεν διαφαίνεται κάποιος λόγος άρσης του καταλογισμού. Σημειωτέον ότι η αναφορά ότι έχει πληγεί από οικονομική δυσπραγία, δεν θεμελιώνει κατάσταση ανάγκης.

Στην αντικειμενική υπόσταση, κάθε κυρωτικού κανόνα και επομένως του κυρωτικού κανόνα του αρ. 374 Π.Κ. αναζητούμε τον δράστη/ υποκείμενο του εγκλήματος και καθώς το έγκλημα είναι κοινό, δράστης μπορεί να είναι οιοσδήποτε, συνεπώς δράστης είναι ο Η.

Περαιτέρω, οφείλουμε να εντοπίσουμε την εγκληματική συμπεριφορά, δηλαδή την ενέργεια ή παράλειψη, που αποδοκιμάζει ο νόμος στο περιγραφικό του τμήμα, την οποία εάν τελέσει ο δράστης θα προσβάλει με αυτήν το έννομο αγαθό. Η πράξη της προσβολής που αποδοκιμάζει ο νόμος στο αρ. 372 παρ. 1 σε συνδ. με 374 παρ. 1γ Π.Κ. συνίσταται  στην αφαίρεση από την κατοχή άλλου του εν όλω ή εν μέρει ξένου κινητού πράγματος, ενώ το έννομο αγαθό ή άλλως το νομικό αντικείμενο το οποίο πλήττεται είναι η ιδιοκτησία.

 

 Αναλυτικότερα, η αφαίρεση του πράγματος συντελείται σε δύο στάδια:

 

Σε πρώτο στάδιο, με την κατάλυση της κατοχής (πραγματική - φυσική εξουσίαση και βούληση φυσικής εξουσίασης) του άλλου στο πράγμα, όπως συμβαίνει εδώ που «αδειάζει» το εμπόρευμα αποτελούμενο από είδη ρουχισμού και σε ένα δεύτερο στάδιο με την θεμελίωση νέας κατοχής επάνω στο πράγμα ήτοι με την δυνατότητα επενέργειας επάνω στο πράγμα χωρίς υπερκέραση κάποιου εμποδίου.

 

Εν συνεχεία, αναζητούμε το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, δηλαδή το ενσώματο αντικείμενο (πρόσωπο ή πράγμα) δι’ επενεργείας του δράστη επί του οποίου πληρούται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Στο υπό εξέταση πρακτικό, υλικό αντικείμενο είναι το εν όλω ή εν μέρει ξένο κινητό πράγμα, δηλαδή εν προκειμένω τα είδη ρουχισμού. Συνοπτικά, ως πράγμα ορίζεται κάθε ενσώματο αντικείμενο δεκτικό εξουσίασης, κινητό νοείται κάθε πράγμα που δεν είναι ακίνητο ενώ ως ξένο εννοείται το ολικά ή μερικά ξένο πράγμα και σε κάθε περίπτωση όχι το αδέσποτο.

Με την οριστική μετακίνηση των ειδών ρουχισμού στην σφαίρα εξουσίας του Η συντρέχει ακόμη το αποτέλεσμα της πράξης (έγκλημα αποτελέσματος/ ουσιαστικό). Υπάρχει επίσης αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην πράξη της προσβολής και στο αποτέλεσμα της πράξης, σύμφωνα με την κρατούσα στη θεωρία και νομολογία θεωρία του ισοδυνάμου των όρων.

 

Κρίσιμο είναι να υπογραμμίσουμε ότι, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά του υπό κρίση πρακτικού, ο Η αφαιρεί εμπόρευμα αξίας 125.000 ευρώ. Δυνάμει του αρ. 374 1γ Π.Κ. εάν η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, η κλοπή καθίσταται διακεκριμένη, και τυποποιείται ως κακούργημα καθ’ ότι επισύρει ποινή καθείρξεως. Η «Διακεκριμένη Κλοπή» κατ΄ αρ. 374 Π.Κ. αποτελεί διακεκριμένη, δηλαδή αυστηρότερα τιμωρούμενη παραλλαγή του βασικού εγκλήματος της κλοπής.

 

Χρήσιμο θα ήταν να προσθέσει κανείς πως το γεγονός ότι η αφαίρεση, τελείται φανερά και ενόσω το κατάστημα είναι ανοιχτό δεν αναιρεί το χαρακτήρα της κλοπής ούτε μετατρέπει την πράξη σε ληστεία καθ’ ότι δεν ασκήθηκε παράνομη βία εις βάρος ουδενός.

 

Επομένως από την άποψη της αντικειμενικής υπόστασης η συμπεριφορά του Η ευθυγραμμίζεται πλήρως με όσα ζητεί ο νόμος στο άρ. 374 ΠΚ.

 

Στην υποκειμενική υπόσταση συντρέχει ομοίως στο πρόσωπο του δράστη η μορφή της υπαιτιότητας που απαιτεί ο νόμος για να τιμωρήσει το δράστη του υπό εξέταση εγκλήματος. Έχει δηλαδή ο Η κατ’ αρχάς τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο (27 Π.Κ.) για όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως σιωπηρά προκύπτει από τον χαρακτήρα του εγκλήματος σε συνδυασμό με τα αρ. 18 και 26 Π.Κ. δεδομένου ότι γνωρίζει ότι αφαιρεί από την κατοχή του Κ (γνωστικό στοιχείο του δόλου) και θέλει να αφαιρέσει (βουλητικό στοιχείο του δόλου) το εν θέματι εμπόρευμα. Έτι, μεταξύ της υποκειμενικής υπόστασης και της αντικειμενικής υπόστασης, υπάρχει σχέση επικάλυψης καθ’ ότι ο δόλος του Η καλύπτει άπαντα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης.

 

Πέραν τούτου, ο νόμος απαιτεί και τον σκοπό παράνομης ιδιοποίησης  ο οποίος συνίσταται στην επιδίωξη πρόσκτησης, δηλαδή ενσωμάτωση στη περιουσία, εκδήλωση διάνοιας κυρίου από πλευράς δράστη και οριστικής αποστέρησης ήτοι τον οριστικό αποκλεισμό του νομίμου κατόχου. Προσέτι, παράνομη είναι η ιδιοποίηση, στην περίπτωση που ο δράστης δεν έχει νόμιμη αξίωση κατά του θύματος. Επισημαίνεται ότι ο ως άνω περιγραφόμενος σκοπός, ο οποίος είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου, πρέπει να συντρέχει κατά την αφαίρεση και καθιστά την κλοπή έγκλημα σκοπού, υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης. Τούτο άλλωστε γίνεται σαφές, καθ’ ότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά ο Η, αφαιρεί τα είδη ρουχισμού με «σκοπό να τα πουλήσει ο ίδιος».

 

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά του υπό εξέταση πρακτικού, η επιλογή του θύματος, βασίστηκε στην πεποίθηση ότι οι Κινέζοι, λυμαίνονται την αγορά εις βάρος των Ελλήνων εμπόρων, δεδομένο από το οποίο συνάγεται ότι τα κίνητρα ήταν ρατσιστικά.

Ειδικότερα, δυνάμει του αρ. 82Α ΠΚ εάν έχει τελεστεί έγκλημα κατά παθόντος, η επιλογή του οποίου έγινε λόγω των χαρακτηριστικών φυλής, χρώματος, εθνικής ή εθνοτικής καταγωγής, γενεαλογικών καταβολών, θρησκείας, αναπηρίας, γενετήσιου προσανατολισμού, ταυτότητας ή χαρακτηριστικών φύλου συνιστά επιβαρυντική περίσταση και αυξάνεται το πλαίσιο της ποινής.

Δοθέντος ότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η επιλογή του θύματος ήταν απόρροια ρατσιστικών κινήτρων, ένεκα εθνικής/ εθνοτικής καταγωγής, και καθ’ ότι το αδίκημα που περιγράφεται στο αρ. 374 Π.Κ. συνιστά κακούργημα, επισύρει ποινή κάθειρξης, το  ελάχιστο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο έτη.

Συμπερασματική τοποθέτηση:

Από τα παραπάνω εκτεθέντα και σύμφωνα με την αναλυτική αξιολόγηση που προηγήθηκε, η ποινική ευθύνη του Η για διακεκριμένη κλοπή είναι πλήρως θεμελιωμένη στο νόμο ενώ  συντρέχει επιβαρυντική περίσταση καθ’ ότι πρόκειται για έγκλημα με ρατσιστικά χαρακτηριστικά και ο Η καθίσταται ποινικά υπόλογος για παράβαση του αρ. 372, 374 1γ Π.Κ. σε συνδ. με αρ. 82 Α Π.Κ.

 

Ως προς την ποινική διαγωγή του Ζ, λεκτέα είναι τα ακόλουθα:

Ο Ζ με την εγκληματική του συμπεριφορά έχει πραγματώσει την ειδική υπόσταση του εγκλήματος της «Κατάχρησης ανικάνου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη» κατ’ αρ. 338 παρ. 1 Π.Κ. διότι συντρέχουν σωρευτικώς όλα τα στοιχεία τόσο της αντικειμενικής όσο και της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.

Αναλυτικότερα, η συμπεριφορά του Ζ, να τελέσει γενετήσια πράξη με την Τ καταχρώμενος την διανοητική αναπηρία της, θεωρείται πράξη ποινικώς ενδιαφέρουσα κατ’ αρ. 14 Π.Κ.,  είναι ανθρώπινη, εκούσια / συνειδητή και κοινωνικώς ενδιαφέρουσα. Από τα πραγματικά περιστατικά του δοθέντος πρακτικού προκύπτει ότι είναι κατ’ αρχήν άδικη, τελικά άδικη και καταλογιστή.

Στην αντικειμενική υπόσταση, αναζητούμε τον δράστη του εγκλήματος, και καθ’ ότι το έγκλημα είναι κοινό, δράστης μπορεί να είναι οιοσδήποτε, συνεπώς δράστης είναι ο Ζ.

Περαιτέρω, οφείλουμε να εντοπίσουμε την εγκληματική συμπεριφορά, η πράξη της προσβολής συνίσταται στην τέλεση γενετήσιας πράξης , υπό την έννοια του αρ. 336 παρ. 2 ήτοι συνουσία ή ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις, καταχρώμενος την αναπηρία του.

 Ως προς την έννοια της κατάχρησης, δήλον ότι ο δράστης εκμεταλλεύεται την αδύναμη θέση του θύματος  προς όφελος του και εν προκειμένω την διανοητική του αναπηρία για να τελέσει την γενετήσια πράξη αδιαφορώντας για την βούληση του παθόντος.

Ως προς το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, υλικό αντικείμενο είναι η Τ, ενώ το το έννομο αγαθό το οποίο πλήττεται είναι η γενετήσια ελευθερία.

Στην υποκειμενική υπόσταση συντρέχει ομοίως στο πρόσωπο του δράστη η μορφή της υπαιτιότητας που απαιτεί ο νόμος για να τιμωρήσει το δράστη του υπό εξέταση εγκλήματος. Έχει δηλαδή ο Ζ κατ’ αρχάς τουλάχιστον ενδεχόμενο δόλο (27 Π.Κ.) για όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, όπως σιωπηρά προκύπτει από τον χαρακτήρα του εγκλήματος σε συνδυασμό με τα αρ. 18 και 26 Π.Κ. ενώ μεταξύ της υποκειμενικής υπόστασης και της αντικειμενικής υπόστασης, υπάρχει σχέση επικάλυψης καθ’ ότι ο δόλος του Ζ καλύπτει άπαντα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης.

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά του υπό εξέταση πρακτικού, η επιλογή του θύματος, βασίστηκε στην αντίληψη του ότι οι Εβραίες γυναίκες, δεν έχουν δικαίωμα να έχουνε άποψη ως προς την επιλογή ερωτικού συντρόφου, δεδομένο από το οποίο συνάγεται ότι τα κίνητρα ήταν ρατσιστικά.

Δοθέντος ότι σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, η επιλογή του θύματος ήταν απόρροια ρατσιστικών κινήτρων, ένεκα εθνικής/ εθνοτικής καταγωγής, και καθ’ ότι το αδίκημα που περιγράφεται στο αρ. 338 Π.Κ. συνιστά κακούργημα (επισύρει ποινή κάθειρξης) το  ελάχιστο όριο ποινής αυξάνεται κατά δύο έτη σύμφωνα με το αρ. 82Α Π.Κ.

Από τα παραπάνω αναλυτικά εκτεθέντα, συνάγεται ότι ανώτερω Ζ είναι ποινικά υπόλογος για παράβαση του αρ. 338 Π.Κ. σε συνδ. με αρ. 82Α Π.Κ.

 

Για το Δ.Σ.

-Ο-

Πρόεδρος

ΣΤΑΜΑΤΑΚΗΣ Γεώργιος

-Ο-

Γεν. Γραμματέας

ΤΖΙΜΑΣ Νικόλαος