Θέματα και ενδεικτικές απαντήσεις Ποινικής Δικονομίας των Προαγωγικών Εξετάσεων Αρχιφυλάκων 2026
Σας παραθέτουμε τα θέματα Ποινικής Δικονομίας των Προαγωγικών Εξετάσεων Αρχιφυλάκων 2026 και ενδεικτικές απαντήσεις του Αρχιφύλακα Πίκουλα Χρήστου, Νομικός, LL.B., LL.Μ (c) Ποινικού Δικαίου και εκλεγμένος Αντιπρόσωπος της Ένωσής μας στην Π.Ο.ΑΣ.Υ.
ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
ΠΡΟΑΓΩΓΙΚΩΝ ΕΞΕΤΑΣΕΩΝ ΑΡΧΙΦΥΛΑΚΩΝ 2026
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:
ΠΙΚΟΥΛΑΣ Ι. Χρήστος
Αρχιφύλακας Π.Σ.
Νομικός, LL.B., LL.Μ (c) Ποινικού Δικαίου
Εκλεγμένος Αντιπρόσωπος με την Ε.Α.Υ.Δ.Α. στην Π.Ο.ΑΣ.Υ.
Τ: 6943501330 | Email: christosipikoulas@gmail.com
ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑ:
ΘΕΩΡΙΑ
- Εξέταση χωρίς όρκο (άρθρο 221 ΚΠΔ)
- Ιδιότητα κατηγορουμένου (άρθρο 72 ΚΠΔ)
ΠΡΑΚΤΙΚΟ
Ο Αρχιφύλακας Α, ο οποίος εκτελεί χρέη Αξιωματικού Υπηρεσίας στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ιωαννίνων, δέχεται τηλεφωνική καταγγελία από πρόσωπο το οποίο δηλώνει ότι επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία του. Ο καταγγέλλων αναφέρει ότι ο Β που κατοικεί στην πόλη των Ιωαννίνων μόλις προμηθεύτηκε, από άγνωστο άνδρα αλβανικής καταγωγής, μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, την οποία αποκρύπτει στ ην οικία του. Ο Α, χωρίς να προβεί προηγουμένως σε οποιαδήποτε άλλη ανακριτική πράξη, μεταβαίνει άμεσα στην οικία του Β, συνοδευόμενος από άλλους αστυνομικούς. Κατά την άφιξή τους, ο Α γνωστοποιεί στον Β τον λόγο της παρουσίας τους και του ζητεί να επιτρέψει τη διενέργεια έρευνας στην οικία του. Ο Β δηλώνει ρητά ότι συναινεί και συγκατατίθεται στη διενέργεια της κατ' οίκον έρευνας. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εντοπίζεται μικρή ποσότητα ναρκωτικής ουσίας, την οποία ο Α κατασχέτει. Μετά την ολοκλήρωση της έρευνας, ο Α, μαζί με τους λοιπούς αστυνομικούς, επιστρέφει στην Υποδιεύθυνση Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Ιωαννίνων, όπου και συντάσσει τη σχετική έκθεση έρευνας και κατάσχεσης.
ΕΡΩΤΑΤΑΙ: Αξιολογήστε τη νομιμότητα του συνολικού δικονομικού χειρισμού του Αρχιφύλακα Α στο ανωτέρω πρακτικό. Να αιτιολογήσετε συνοπτικά την απάντησή σας. (10 μονάδες)
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΣΥΝΤΟΜΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ:
Στο υπό κρίση πρακτικό, ο νομικός προβληματισμός που αναδεικνύεται είναι η νομιμότητα της κατ’ οίκον έρευνας την οποία διενήργησε ο Αρχιφύλακας Α.
Εισαγωγικά, μεθοδολογικά χρήσιμο θα ήταν να διασαφηνιστούν ορισμένες έννοιες πριν εξετασθούν οι ενέργειες του ανακριτικού υπαλλήλου.
Παρατηρήσεις ως προς την διεξαγωγή έρευνας:
Βασικές προϋποθέσεις για τη διενέργεια κάθε μορφής έρευνας είναι, ως αυτές διατυπώνονται ρητώς και στο αρ. 253 Κ.Π.Δ. οι κάτωθι:
α) να διεξάγεται κυρία ανάκριση ή προανάκριση (τακτική ή αυτεπάγγελτη του άρθρου 245 § 2 ΚΠΔ ), ή ακόμη και προκαταρκτική εξέταση,
β) η ανάκριση ή προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση να αφορά σε οποιοδήποτε έγκλημα (κακούργημα ή πλημμέλημα), όμως με την προϋπόθεση τήρησης της αρχής της αναλογικότητας ( άρθρα 25 Συντάγματος σε συνδ. με 253 ΚΠΔ),
γ) να υπάρχει βάσιμη πιθανολόγηση της αποδοτικότητας και βεβαίωση αναγκαιότητας της έρευνας, δηλ. η βεβαίωση του εγκλήματος, η ανακάλυψη ή η σύλληψη των δραστών ή η βεβαίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε να είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί ή να διευκολυνθεί μόνο με την έρευνα. Αν υφίσταται άλλο ηπιότερο και εξίσου πρόσφορο μέτρο για την πραγμάτωση των στόχων αυτών, τότε η έρευνα δεν πρέπει να διενεργηθεί, αφού έτσι θα παραβιάζεται η αρχή της αναγκαιότητας.
Ειδικότερα, ο νομοθέτης, στις έρευνες σε κατοικία έχει θέσει αυξημένες, εγγυήσεις - προϋποθέσεις.
Επιχειρώντας να δώσουμε έναν σύντομο ορισμό στην έννοια της «κατοικίας» καίτοι δεν ορίζεται ρητώς στο κείμενο του νόμου, θα έλεγε κανείς πως γίνεται αντιληπτή ως κάθε περίκλειστος (περιφραγμένος και όχι απαραίτητα στεγασμένος) και μη προσιτός στον καθένα χώρος, που ορίζεται από το χρήστη ως χώρος μόνιμης ή προσωρινής ή περιστασιακής διαβίωσης ή διαμονής.
Τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία νόμιμης επέμβασης στην κατοικία καθορίζουν οι διατάξεις των άρθρων 253 και 256 §§ 1-4 ΚΠΔ.
Πρόσθετη δε ειδική και αυξημένης τυπικής ισχύος προϋπόθεση διενέργειας μιας κατ' οίκον έρευνας αποτελεί και η προϋπόθεση του άρθρου 9 του Συντάγματος, που προστατεύει το «άσυλο της κατοικίας», αλλά και των άρθρων 253 εδ. α’ και 256 § 2 ΚΠΔ, που αφορά την παρουσία εκπροσώπου της δικαστικής αρχής.
Η έρευνα κατοικίας κατά τη διάρκεια της ημέρας ενεργείται από τον ανακριτή ή τον εισαγγελέα ή πρωτοδίκη – προανακριτή, οι οποίοι προσλαμβάνουν και έτερο ανακριτικό υπάλληλο, με τον οποίο συμπράττουν.
Η έρευνα (η απόφαση για την ερευνά) μπορεί να ενεργηθεί όμως και από ανακριτικό υπάλληλο, με την αυστηρή προϋπόθεση να προσληφθεί ως δεύτερος ανακριτικός υπάλληλος πάντοτε δικαστικός λειτουργός.
Ανάλυση πραγματικών περιστατικών:
Δοθέντων τούτων των αναγκαίων διευκρινήσεων - επισημάνσεων, από τα πραγματικά περιστατικά του υπό κρίση πρακτικού, προκύπτει ότι ο αστυνομικός, από το τηλεφώνημα ενημερώθηκε ότι έχει διαπραχθεί στα πλαίσια του αυτοφώρου («μόλις προμηθεύτηκε») κατ’ αρ. 242 Κ.Π.Δ., αυτεπαγγέλτως διωκόμενο έγκλημα, -διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (Ν. 4139/2013)- και ένεκα της πληροφορίας αυτής, διενέργησε αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση κατ’ αρ. 245 παρ. 2 Κ.Π.Δ. καθ’ ότι αν υπάρχουν ενδείξεις ότι τελέστηκε αδίκημα και από την καθυστέρηση απειλείται άμεσος κίνδυνος απώλειας των αποδεικτικών στοιχείων ή υπάρχει δυσχέρεια πραγματοποίησης συγκεκριμένης ανακριτικής πράξης ή κτήσης αποδεικτικού στοιχείου στο μέλλον ή αν πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα οι κατά το άρθρο 31 ΚΠΔ ανακριτικοί υπάλληλοι είναι υποχρεωμένοι να επιχειρούν όλες τις ανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να ανακαλυφθεί ο δράστης, έστω και χωρίς προηγούμενη παραγγελία του εισαγγελέα.
Ακόμη, δυνάμει του αρ. 38 Κ.Π.Δ οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν να ανακοινώσουν χωρίς χρονοτριβή στον αρμόδιο εισαγγελέα ο, τιδήποτε πληροφορούνται με κάθε τρόπο για αξιόποινη πράξη που διώκεται αυτεπαγγέλτως, ενώ η ανακοίνωση γίνεται γραπτώς και πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που υπάρχουν και αφορούν την αξιόποινη πράξη, τους δράστες και τις αποδείξεις.
Σύμφωνα άλλωστε με το αρ. 251 ΚΠΔ οι ανακριτικοί υπάλληλοι οφείλουν χωρίς χρονοτριβή να συγκεντρώνουν πληροφορίες για το έγκλημα και τους υπαιτίους του, να μεταβαίνουν επί τόπου για ενέργεια αυτοψίας, να διεξάγουν έρευνες, να καταλαμβάνουν πειστήρια και γενικά να ενεργούν οτιδήποτε είναι αναγκαίο για τη συλλογή και τη διατήρηση των αποδείξεων, καθώς και για την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος.
Συνεπώς, κατά την κρατούσα άποψη* ακόμη και η ανώνυμη τηλεφωνική καταγγελία, επιτάσσει την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που αφορούν την διενέργεια αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης.
Με βάση τις παραπάνω σκέψεις, ως προς τις προϋποθέσεις για την διενέργεια έρευνας, υφίσταται ανακριτική διαδικασία και προκύπτει ότι υπάρχει βεβαίωση αναγκαιότητας και πιθανολόγηση της αποδοτικότητας έρευνας, ως ρητά μνημονεύτηκαν ως άνω.
Εντούτοις, κρίσιμο είναι να αναφερθεί πως αναφύεται σοβαρότατη πλημμέλεια κατά την διενέργεια της έρευνας, καθ’ όσον ΔΕΝ παρίσταται εκπρόσωπος της δικαστικής εξουσίας, ως επιβάλλεται.
Η δε συναίνεση του καθ’ ου η έρευνα, δεν αναπληρώνει την απουσία του εκπροσώπου της δικαστικής εξουσίας, ο οποίος με την παρουσία του εγγυάται την νομιμότητα της και δη η αυτοπρόσωπη παρουσία του κατά το χρόνο και στο τόπο διενέργειας της, λειτουργεί ως εχέγγυο νομιμότητας της έρευνας και τήρησης των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, κυρίως δε της προστασίας των ατομικών ελευθεριών του ενοίκου.
Στο σημείο τούτο, παρέλκει να εξετάσουμε τις λοιπές δικονομικές ενέργειες του αστυνομικού καθ’ ότι η έρευνα δεν είναι νομότυπη.
Εν συντομία, υπό την εκδοχή ότι η κατ’ οίκον έρευνα διενεργείτο νομίμως, ο Αστυνομικός όφειλε να τηρήσει τις διατυπώσεις του αρ. 256 Κ.Π.Δ., ήτοι να αποφευχθεί με επιμέλεια κάθε περιττή ενόχληση και δημοσιότητα, να διαφυλαχθεί η υπόληψη, να τον προσκαλέσει να παρευρίσκεται, να τον καλέσει να του παραδώσει το αντικείμενο το οποίο αναζητείται, κατόπιν τα πράγματα που βρέθηκαν και σχετίζονται με το ερευνώμενο έγκλημα να κατασχεθούν και να συνταχθεί η έκθεση στον τόπο όπου γίνεται στον ίδιο το χρόνο της ενέργειας, ή, αν αυτό είναι αδύνατον, αμέσως κατόπιν και αντίγραφο της να δοθεί ατελώς στο ένοικο της κατοικίας με προφορική αίτηση του, σύμφωνα με τα άρθρα 148, 149, 256 παρ. 3, 257 παρ. 2 (γενική αρχή ερευνών), 258, 280 Κ.Π.Δ., ενώ ο δράστης θα έπρεπε να συλληφθεί και να οδηγηθεί στον αρμόδιο Εισαγγελέα, σύμφωνα με τα αρ. 275, 279 και 417 επ. Κ.Π.Δ.
Ως προς την αξιοποίηση των ευρημάτων της έρευνας, λεκτέα είναι τα ακόλουθα:
Βάσει του αρ. 19 § 3 Σ, απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του αρ. 9 Σ (άσυλο κατοικίας), ενώ σύμφωνα με το αρ. 177 § 2 ΚΠΔ απαγορεύεται να ληφθούν υπόψη στην ποινική διαδικασία αποδεικτικά μέσα που αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών.
Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται εξαίρεση από την αρχή της ηθικής απόδειξης (αρ. 177 § 1 ΚΠΔ – αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, αρχή του απεριορίστου των αποδεικτικών μέσων). Σκοπείται δε με τον τρόπο αυτό, η προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων και εννόμων αγαθών του ατόμου, που προστατεύονται από συνταγματικές διατάξεις με την υποχώρηση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της αλήθειας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας.
Η παραβίαση του κανόνα του αρ. 177 § 2 ΚΠΔ σε βάρος του κατηγορούμενου, προκαλεί την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (αρ. 171 § 1 δ ΚΠΔ), διότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου, προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορούμενου και παραβιάζεται το δικαίωμα κάθε προσώπου για δίκαιη διεξαγωγή της δίκης (αρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ).
Συμπερασματική τοποθέτηση:
Από τα παραπάνω εκτεθέντα και σύμφωνα με την αναλυτική αξιολόγηση που προηγήθηκε, οι δικονομικοί χειρισμοί του Αρχιφύλακα Α πάσχουν από άποψη νομιμότητας διότι προσκρούουν σε ρητές ισχύουσες διατάξεις κανόνων δικαίου του συνταγματικού και του ποινικού δικονομικού δικαίου κατ’ αρ. 253, 256, 9 παρ. 1 Σ.
*Σχόλιο:
Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ως προς τις προϋποθέσεις για την διενέργεια έρευνας πως δεν υφίσταται ανακριτική διαδικασία, καθ’ ότι δεν διεξάγεται ήδη αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση. Ένα ανώνυμο τηλεφώνημα δεν μπορεί να θεμελιώσει αφ’ εαυτού λόγο κατ’ οίκον έρευνας με βάση την αρχή της αναγκαιότητας ή σε κάθε περίπτωση, η κατ’ οίκον έρευνα δεν πρέπει να είναι η πρώτη ανακριτική ενέργεια, καθ’ ότι θα μπορούσαν να ληφθούν πρώτα καταθέσεις μαρτύρων, επιτήρηση της κατοικίας κλπ. Η γνώμη του γράφοντος είναι ότι ακόμη και το ανώνυμο τηλεφώνημα είναι ικανή συνθήκη, η οποία επιτάσσει την κινητοποίηση των αρχών και την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση.
Για το Δ.Σ.
|
-Ο- Πρόεδρος ΣΤΑΜΑΤΑΚΗΣ Γεώργιος |
-Ο- Γεν. Γραμματέας ΤΖΙΜΑΣ Νικόλαος |
Προσφορές